Φυματίωση. Διάγνωση και θεραπεία, Πρόληψη-εμβολιασμός BCG. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ειδικός Πνευμονολόγος.

Φυματίωση 2

Διάγνωση της φυματίωσης

  Δεν υπάρχει διαγνωστική εξέταση η οποία να είναι 100% ειδική και ευαίσθητη για τη διάγνωση της φυματίωσης. Η διάγνωση βασίζεται πάντα στο συνδυασμό συμβατού ιατρικού ιστορικού (πχ στενή επαφή με αποδεδειγμένα πάσχοντα από ενεργό φυματίωση ασθενή, άτομο που ανήκει σε πληθυσμιακή ομάδα υψηλού κινδύνου), κλινικής εξέτασης και παρακλινικών εξετάσεων (ακτινογραφία θώρακος, μικροβιολογικές και αιματολογικές εξετάσεις, σπανιότερα βρογχοσκόπηση).

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

  Τα κλινικά σημεία μπορεί να είναι πτωχά, μη ειδικά ή και να απουσιάζουν. Ο ιατρός θα αναζητήσει διογκωμένους λεμφαδένες, και θα ακροαστεί το θώρακα του ασθενούς προς αναζήτηση παθολογικών ακροαστικών ευρημάτων που πάντως, αν υπάρχουν, δεν είναι σε καμία περίπτωση ειδικά της νόσου. Όχι σπάνια η διάγνωση της φυματίωσης τίθεται από τυχαία ακτινολογική εξέταση, χωρίς ο άρρωστος να αναφέρει συμπτώματα.

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ MANTOUX

Δοκιμασία Mantoux στην έσω επιφάνεια του πήχη
Μέτρηση της Mantoux

  Τα άτομα που έχουν ήδη εκτεθεί στο μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης διατηρούν μια επίκτητη κυτταρική ανοσία (ανοσολογική μνήμη) στη λοίμωξη σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ακριβώς αυτό εκτιμά η δερμοαντίδραση της φυματίνης ή Mantoux test: αποτελεί τη βασική μέθοδο διαγνώσεως του κατά πόσον ένα άτομο έχει μολυνθεί. Θετική Mantoux δε δηλώνει νόσηση από φυματίωση. Απλώς σημαίνει ότι το άτομο έχει μολυνθεί, ανεξαρτήτως εάν νοσεί ή όχι. Στην καμπτική επιφάνεια του πήχη ενίεται ενδοδερμικά με λεπτή βελόνη  μικρή ποσότητα μιας ουσίας που ονομάζεται φυματίνη PPD, ώστε να σχηματιστεί ένα λευκωπό έπαρμα στο μέγεθος φακής, το οποίο εξαφανίζεται μετά περίπου μία ώρα, γι αυτό και γύρω από το έπαρμα σημειώνεται ένας κύκλος για να γίνει γνωστό ακριβώς το σημείο της εξετάσεως. Μετά 48-72 ώρες εκτιμάται το αποτέλεσμα της δοκιμασίας. Η παρουσία ερυθήματος (κοκκινίλα) δεν αξιολογείται, αλλά μόνον η παρουσία διήθησης του δέρματος, η οποία γίνεται αντιληπτή από τη σκληρία του δέρματος. Η σκληρία αυτή μετράται σε χιλιοστά της διαμέτρου της. Εάν υπάρχει μόνον ερυθρότητα του δέρματος χωρίς διήθηση (σκληρία) ή εάν η διάμετρος της σκληρίας είναι <5mm η Μantoux χαρακτηρίζεται ως αρνητική. Εάν η διάμετρος είναι >15mm τότε θεωρείται σίγουρα θετική, ενώ εάν είναι από 5-15mm τότε λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένα κριτήρια (παράγοντες κινδύνου, παρουσία συμπτωμάτων, ακτινολογικά ευρήματα) για τη διαγνωστική αξιολόγηση της δερματικής φυματινοαντιδράσεως. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι εάν στο στενό περιβάλλον του εξεταζομένου και μάλιστα εάν πρόκειται για μικρό παιδί, διαπιστωθεί κάποια πηγή μολύνσεως και η Mantoux ευρεθεί 5-9mm τότε αυτή θεωρείται θετική.

 

  Επαναλαμβάνουμε σε αυτό το σημείο ότι θετική Mantoux σημαίνει μόλυνση, δηλαδή επαφή του ατόμου με το μυκοβακτηρίδιο της Φυματίωσης και όχι απαραίτητα νόσηση. Μια θετική Mantoux συναξιολογείται με τα δεδομένα από το ιατρικό ιστορικό, την κλινική εξέταση την ακτινογραφία θώρακος και τις εργαστηριακές εξετάσεις στην απόφαση για τη χορήγηση ή μη αντιφυματικής αγωγής.

 

  Η δερμοαντίδραση Mantoux δεν αποτελεί τέλειο διαγνωστικό εργαλείο. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται σε προηγούμενη ανοσοποίηση (εμβολιασμό) του εξεταζόμενου έναντι του φυματοβάκιλλου. Επίσης στην περίπτωση μόλυνσης με τα λεγόμενα άτυπα μυκοβακτηρίδια που δεν προκαλούν φυματίωση, αλλά είναι σε θέση να θετικοποιήσουν τη Mantoux. Πιο σημαντικό είναι ότι άτομα με ενεργό φυματίωση μπορεί να δώσουν ψευδώς αρνητική φυματινοαντίδραση. Στους πάσχοντες από σαρκοείδωση, λέμφωμα Hodjkin, υποσιτισμό, στους ανοσοκατεσταλμένους μπορεί τα αποτελέσματα να είναι ψευδώς αρνητικά. Ακόμη και η κακή τεχνική εκτέλεσης της δοκιμασίας Μantoux μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα.​​​​​​​​​

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΘΩΡΑΚΟΣ-ΑΞΟΝΙΚΗ ΘΩΡΑΚΟΣ

 Ακτινογραφία θώρακος: ακτινιλογικά ευρήματα συμβατά με πνευμονική φυματίωση

  Μια πληθώρα ακτινολογικών μορφών της φυματίωσης στην ακτινογραφία θώρακος έχουν περιγραφεί λεπτομερώς εδώ και δεκαετίες. Χαρακτηριστικότερες όλων είναι οι κοιλοτικές βλάβες (σπήλαια), συνήθως στα άνω πνευμονικά πεδία. Τα ακτινολογικά ευρήματα συναξιολογούνται με τα υπόλοιπα δεδομένα, κλινικά και εργαστηριακά.

  Η αξονική τομογραφία θώρακος μπορεί να συμβάλλει στη διερεύνηση των φυματιωδών αλλοιώσεων, αναδεικνύοντας την όλη έκταση της νόσου (φύση των αλλοιώσεων, απεικόνιση των δομών του μεσοθωρακίου, ύπαρξη κοιλοτήτων), προσφέρει μεγάλη βοήθεια στον πνευμονολόγο βρογχοσκόπο, ενώ αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για τη διάγνωση τη κεγχροειδούς μορφής της φυματίωσης (αξονική τομογραφία θώρακος υψηλής ευκρίνειας).

ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΤΥΕΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ

Μικροσκοπική εξέταση πτυέλων για φυματίωση-χρώση Ziehl-Neelsen

  Σε έναν ασθενή με ισχυρή υποψία φυματίωσης θα ζητηθούν πολλαπλά δείγματα πτυέλων (τουλάχιστον τρία) στα οποία θα αναζητηθούν οι φυματοβάκιλλοι. Η απλούστερη μέθοδος ανίχνευσης του μυκοβακτηριδίου είναι η μικροσκοπική εξέταση του παρασκευάσματος χρησιμοποιώντας ειδική χρώση (Ziehl-Neelsen). Να σημειωθεί πως η ανεύρεση φυματοβάκιλλων στα πτύελα ορίζει την ενεργό φυματίωση και τον ασθενή που μπορεί να διασπείρει τη νόσο, γι αυτό και επιβάλλει την απομόνωση του ατόμου και τη έναρξη αντιφυματικής αγωγής.

  Γενικά όμως οι μικροσκοπικές τεχνικές έχουν χαμηλή ευαισθησία που στην καλύτερη περίπτωση δεν υπερβαίνει το 70%. Επί πλέον δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της ευαισθησίας του μυκοβακτηριδίου στα φάρμακα. Η παραδοσιακή καλλιέργεια για το βάκιλλο Koch σε στερεά καλλιεργητικά υλικά είναι περισσότερο ευαίσθητη από τη μικροσκοπική εξέταση και δίνει τη δυνατότητα ελέγχου της ευαισθησίας του μυκοβακτηριδίου στα αντιφυματικά, αλλά απαιτεί εβδομάδες (40-60 ημέρες) για το τελικό αποτέλεσμα. Επομένως, επί ισχυρής υποψίας η θεραπεία ξεκινάει συνήθως πριν επιβεβαιωθεί η καλλιέργεια. Άλλες μέθοδοι καλλιέργειας (MGIT, BACTEC) μπορούν να μειώσουν σημαντικά το χρόνο ανίχνευσης του θετικού αποτελέσματος.

ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

  Οι μέθοδοι ανίχνευσης της απελευθέρωσης ιντερφερόνης-γ ​ (IGRAs) σε δείγμα αίματος, συνιστώνται σε ορισμένα άτομα στα οποία η δοκιμασία Mantoux είναι θετική. Οι μέθοδοι IGRA μπορούν να αυξήσουν τη διαγνωστική ευαισθησία εάν εφαρμοστούν παράλληλα με τη δερματική φυματινοαντίδραση, και χρησιμεύουν για τη διάκριση από προηγηθείσα έκθεση σε άτυπα μυκοβακτηρίδια ή εμβολιασμό με BCG. Η ανοσοποίηση (εμβολιασμός) και τα περισσότερα άτυπα μυκοβακτήρια δεν επηρεάζουν τις μεθόδους IGRA, οπότε αυτές οι μέθοδοι δίνουν λιγότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Είναι λοιπόν πολύ χρήσιμες στη διάγνωση της φυματικής λοίμωξης (μόλυνσης και όχι απαραίτητα νόσησης) από το Μυκοβακτηρίδιο της Φυματίωσης, αλλά δεν δύνανται να ξεχωρίσουν τη λανθάνουσα κατάσταση από την ενεργό νόσο.

  Οι εξετάσεις μοριακής βιολογίας και η μέτρηση επιπέδων αδενοσινοδεαμινάσης (AMTD) αποτελούν νεώτερες τεχνικές ανίχνευσης της φυματικής λοίμωξης. Το κύριο πλεονέκτημά τους είναι η ανίχνευση του μυκοβακτηριδίου τηης φυματίωσης σε ασθενείς με αρνητικά πτύελα. Μειονέκτημα των μοριακών τεχνικών είναι η αδυναμία ελέγχου της ευαισθησίας του μυκοβακτηριδίου στα αντιφυματικά.

ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ

  Όπως προαναφέρθηκε η διάγνωση της φυματίωσης τίθεται συνήθως αφού συναξιολογηθούν το ιατρικό ιστορικό, τα κλινικά ευρήματα, η ακτινολογική εικόνα, η Mantoux και οι εξετάσεις των πτυέλων του ασθενούς. Δυστυχώς, πολλές φορές η ανωτέρω έρευνα δεν είναι αποδεικτική προκειμένου να τεκμηριωθεί η διάγνωση. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα συχνά τα τελευταία χρόνια και είναι αποτέλεσμα του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών οιασδήποτε αιτιολογίας, αλλά ιδιαίτερα των πασχόντων από AIDS. Στους ασθενείς αυτούς, στους οποίους παραμένει ισχυρή η υποψία φυματίωσης βρίσκουν θέση διάφορες επεμβατικές τεχνικές για τη διάγνωση της φυματίωσης. Η βρογχοσκόπηση είναι μια απαραίτητη επεμβατική μέθοδος για κάθε ασθενή με αδιάγνωστη πνευμονική νόσο. Οι λόγοι για τους οποίους ο πνευμονολόγος καταφεύγει σε βρογχοσκόπηση για την τεκμηρίωση της φυματίωσης είναι συνήθως οι εξής:


- Ασθενείς με κλινική και ακτινολογική υποψία για ενεργό φυματίωση και αρνητικά επιχρίσματα πτυέλων

- Επί σοβαρών ενδείξεων συνύπαρξης και άλλης νόσου (νεόπλασμα)

- Ασθενείς ύποπτοι για φυματίωση με αδυναμία παραγωγής πτυέλων, ακόμη και προκλητών ​

- Ασθενείς που ήδη έχουν αρνητικές καλλιέργειες πτυέλων.​

 

  Άλλες μέθοδοι περιλαμβάνουν τη διαθωρακική  αναρρόφηση δια βελόνης (FNA), τη βιοψία υπεζωκότα και την ανοιχτή βιοψία πνεύμονος, η οποία αποτελεί και την τελευταία πράξη σε μια μακρά και αγωνιώδη διαγνωστική προσπάθεια, με συντηρητικά αλλά και επεμβατικά μέσα, η οποία όμως απέβη άκαρπη.

 

Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται με ιδιαίτερη περισυλλογή και πάντα μετά από λεπτομερή εκτίμηση του διπόλου όφελος-κόστος.

Θεραπεία της φυματίωσης

Αντιφυματικά φάρμακα

  Τα αντιφυματικά φάρμακα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας της φυματίωσης. Η θεραπεία εξατομικεύεται. Οι ακριβείς δόσεις των φαρμάκων και το χρονικό διάστημα χορήγησης διαφέρουν ανάλογα με τη μορφή της φυματίωσης (λανθάνουσα ή ενεργό νόσο), την ηλικία του ασθενή, τη γενική του υγεία,  με την ευαισθησία του βακίλλου, την εντόπιση της νόσου ή την ανταπόκριση του πάσχοντα. Διαφορετικά σχήματα χορηγούνται σε ειδικές κατηγορίες ασθενών όπως για παράδειγμα εγκύους, ασθενείς με HIV,  με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια κτλ.

Η θεραπεία της φυματίωσης διαρκεί πολύ περισσότερο από τη θεραπεία άλλων τύπων βακτηριακών λοιμώξεων. Ο πάσχων θα πρέπει να λάβει αντιβιοτικά για τουλάχιστον έξι έως εννέα μήνες.

Τα αντιφυματικά φάρμακα  κατηγοριοποιούνται σε:

 

Πρωτεύοντα φάρμακα:

 

- Ισονιαζίδη

- Ριφαμπικίνη

- Πυραζιναμίδη

- Εθαμβουτόλη


Δευτερεύοντα φάρμακα:

- Ενέσιμα (καπρεομυκίνη, αμικασίνη, στρεπτομυκίνη, καναμυκίνη)

- Φθοριοκινολόνες (μοξιφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη)

- 2ης γραμμής βακτηριοστατικά από του στόματος

- Παράγοντες 3ης γραμμής

  Τα φάρμακα λαμβάνονται πρωινές ώρες με άδειο στομάχι ή συμφωνα με τις οδηγίες του ειδικού. Η ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση και τη δραστικότητά τους.

  Όσον αφορά στη λανθάνουσα μορφή πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η μικρότερη διάρκεια της θεραπείας - τρεις μήνες αντί των εννέα - με συνδυασμό δύο πρωτευόντων φαρμάκων μπορεί να είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της λανθάνουσας φυματίωσης,  ώστε να μη συμβεί η μετάπτωση στην ενεργό φυματίωση. Με τη μικρότερη διάρκεια της θεραπείας, ο ασθενής είναι πιο πιθανό να λάβει όλα τα φάρμακά του, ενώ παράλληλα μειώνεται ο κίνδυνος των παρενεργειών. Η ενεργός φυματίωση θεραπεύεται καλύτερα με συνδυασμό αντιβιοτικών προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος τα βακτήρια να αναπτύξουν ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά.

  Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμμόρφωση του ασθενή με τη θεραπεία. Λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της αντιφυματικής αγωγής ο ασθενής παύει να είναι μεταδοτικός και αισθάνεται καλύτερα. Στο σημείο αυτό είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος να παραλείπει τις δόσεις των φαρμάκων ή και να διακόψει τη θεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνιστάται η χορήγηση DOT θεραπείας (directly observed therapy), δηλαδή η χορήγηση των φαρμάκων γίνεται σε καθημερινή, διαλείπουσα ή εβδομαδιαία βάση παρουσία επαγγελματία υγείας.

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Εξάνθημα

Γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετος, ανορεξία)

Ηπατοτοξικότητα

Περιφερική νευρίτιδα

Οπτική νευρίτιδα

Ουρική αρθρίτιδα

Οι παρενέργειες των αντιφυματικών φαρμάκων καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να γίνονται άμεσα αντιληπτές και να εκτιμώνται από τους ειδικούς.

 

ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

  Η ανθεκτική φυματίωση αποτελεί σοβαρό πρόβλημα της δημόσιας υγείας σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Η θεραπεία της διαρκεί περισσότερο καιρό και απαιτείται συνδυασμός πολλών φαρμάκων με υψηλότερο κόστος. Η πρωτογενής αντοχή αναφέρεται στη μόλυνση ενός ατόμου με εξαρχής ανθεκτικό στέλεχος. Η δευτερογενή (επίκτητη) αντοχή αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πολλές φορές λόγω ανεπαρκούς αγωγής, κακής συμμόρφωσης του ασθενή ή λόγω κακής ποιότητας των φαρμάκων.

  Η πολυανθεκτική φυματίωση (MDR-TB) αναφέρεται στην ταυτόχρονη ανθεκτικότητα τουλάχιστον και οπωσδήποτε σε ισονιαζίδη και ριφαμπικίνη και πιθανόν και σε άλλα επιπλέον αντιφυματικά φάρμακα. Η πολυανθεκτική μορφή (XDR-TB) αναφέρεται στην ανθεκτικότητα οπωσδήποτε σε ισονιαζίδη και ριφαμπικίνη και κινολόνες και ένα από τα τρία ενέσιμα αντιφυματικά φάρμακα.

 

ΥΠΟΤΡΟΠΗ

  Εάν η φυματίωση υποτροπιάσει, θα πρέπει -προτού καθοριστεί η θεραπεία- να γίνουν τεστ προκειμένου να βρεθεί σε ποια αντιβιοτικά παρουσιάζει ευαισθησία. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί πολυανθεκτική φυματίωση συνιστάται θεραπεία με τουλάχιστον τέσσερα αποτελεσματικά αντιβιοτικά για 18-24 μήνες.

Πρόληψη

  Ο αντιφυματικός αγώνας περιλαμβάνει τημ πρόληψη και τον έλεγχο της φυματίωσης που βασίζονται στον εμβολιασμό, στην ανίχνευση και κατάλληλη θεραπεία των περιστατικών ενεργού φυματίωσης και στον έλεγχο των επαφών.

   Η κάλυψη του στόματος κατά τη διάρκεια του βήχα ή του πταρμού, όπως και η χρήση μάσκας, κυρίως από τον ασθενή και λιγότερο από τα υπόλοιπα άτομα που εκτίθονται σε φυματικό περιβάλλον, μπορούν να μειώσουν τη μετάδοση της νόσου.
  Θα πρέπει να αποφεύγεται ο συνωστισμός στο σπίτι, στην εργασία και σε άλλους δημόσιους χώρους, ενώ συνιστάται ο καλός εξαερισμός των χώρων παραμονής του ασθενή. Συνήθως μετά από δύο περίπου εβδομάδες κατάλληλης θεραπείας οι ασθενείς καθίστανται μη μολυσματικοί.

ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ BCG

Αντιφυματικός εμβολιασμός

  Το όνομα οφείλεται στους γάλλους επιστήμονες που το ανακάλυψαν Calmette και Guerin. Πρόκειται για εμβόλιο που αποτελείται από γνήσιο στέλεχος ζώντων αλλά ατοξικών μυκοβακτηριδίων φυματιώσεως βοείου τύπου. Η θεωρία της εφαρμογής του BCG είναι ότι η τεχνητή πρόκληση πρωτοπαθούς μολύνσεως, η οποία οφείλεται σε μη τοξικά μικρόβια, παρέχει προστασία εναντίον μετέπειτα μολύνσεως από τοξικό μικρόβιο. Ο εμβολιασμός διεγείρει την κυτταρική ανοσία και την φυματινική υπερευαισθησία, η οποία ελέγχεται με τη δοκιμασία Mantoux. Γι αυτό και πριν τον εμβολιασμό γίνεται Μantoux και αν είναι αρνητική, ακολουθεί ο εμβολιασμός. Μετά από 10 εβδομάδες περίπου από τη χορήγηση του BCG επαναλαμβάνεται η Mantoux η οποία πρέπει να είναι θετική. Αν είναι και πάλι αρνητική, το BCG μπορεί να επαναληφθεί. Πάντως μετά από το BCG η δερματική αντίδραση στη Μantoux δεν είναι τόσο μεγάλη όπως στη φυσική μόλυνση. Συνήθως δεν ξεπερνά τα 10mm, ενώ αν είναι πάνω από 14mm, σημαίνει πιθανότατα και επιπρόσθετη φυσική μόλυνση η οποία πρέπει να αντιμετωπισθεί.

  Η αντίδραση στη φυματίνη που αξιολογείται με τη Μantoux μετά από εμβολιασμό με BCG εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου και αν δε συμβεί φυσική μόλυνση, παρέρχεται μετά από 10 χρόνια περίπου από τον εμβολιασμό. Βέβαια εάν ένα άτομο έχει εμβολιασθεί με BCG και έχει θετική Mantoux, αλλά παράλληλα υπάρχει ιστορικό επαφής με άτομο που πάσχει τεκμηριωμένα από ενεργό πνευμονική φυματίωση, προέρχεται από χώρα με υψηλό δείκτη φυματίωσης, το μέγεθος της Mantoux είναι αρκετά μεγάλο ενώ έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που έγινε ο εμβολιασμός, τότε εγείρεται ισχυρή υποψία ότι το άτομο έχει μολυνθεί και φυσικά από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. O μόνος αξιόπιστος τρόπος όμως για τη διάκριση μιας θετικής δοκιμασίας Mantoux η οποία προκαλείται από τον εμβολιασμό με BCG από εκείνη η οποία προκαλείται από φυσική μόλυνση που χρήζει θεραπείας είναι η τεχνική ανίχνευσης της ιντερφερόνης (Quantiferon) η οποία δεν επηρεάζεται από το BCG.

  Το εμβόλιο γίνεται ενδοδερμικά στην περιοχή του δελτοειδή μυός. Μετά από διάστημα περίπου 2-4 εβδομάδων δημιουργείται στη θέση του εμβολίου ένας μικρός πομφός που εξελίσσεται σε μια μικρή ουλή σε διάστημα 2-3 μηνών. Συνήθως δεν υπάρχουν αντιδράσεις. Σε περίπτωση τοπικής αντίδρασης, ένδειξης μόλυνσης ή διόγκωσης των μασχαλιαίων λεμφαδένων πρέπει να αναζητείται ειδική συμβουλή.

   Η φυματίωση είναι σπάνια στα περισσότερα μέρη του Καναδά, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, οπότε το BCG χορηγείται μόνο σε άτομα υψηλού κινδύνου. Στη χώρα μας το εμβόλιο BCG εντάσσεται στο εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού και χορηγείται στην ηλικία των 6 ετών. Η διεθνής ομοφωνία, (που αποτελεί και θέση του γράφοντος) είναι ότι ο εμβολιασμός BCG έχει ένδειξη σε πληθυσμούς με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στο μυκοβακτηρίδιο και αρνητική Mantoux, για παράδειγμα ιατρονοσηλευτικό προσωπικό που περιθάλπτει ασθενείς με φυματίωση.Επίσης έχει ένδειξη σε βρέφη ηλικίας μικρότερης του ενός έτους, διότι έχει αποδειχθεί ότι προφυλάσσει αποτελεσματικά από τις σοβαρότερες μορφές της νόσου, όπως η φυματιώδης μηνιγγίτιδα και η κεχροειδής φυματίωση.

Στους ενήλικες θα πρέπει να χορηγείται μόνο αφού προηγείται λεπτομερής εκτίμηση από έμπειρο πνευμονολόγο.

Πρόγνωση

  Η φυματίωση, πανάρχαια νόσος, εφιάλτης και μάστιγα της ανθρωπότητας στο παρελθόν, σήμερα θεραπεύεται αποτελεσματικά, εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα και χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Η μόλυνση με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης εξελίσσεται σε εμφανή νόσο όταν τα βακτήρια υπερνικούν την άμυνα του ανοσοποιητικού συστήματος και αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Σπάνια αυτό συμβαίνει λίγο μετά την αρχική μόλυνση. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για λανθάνουσα λοίμωξη χωρίς εμφανή συμπτώματα, η οποία σε ποσοστό 5-10% μπορεί να μεταπέσει σε ενεργό νόσο κάποια στιγμή στη ζωή του ατόμου. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος στους ασθενείς με ανοσοκαταστολή, όπως αυτή που προκαλείται από μόλυνση με τον ιό HIV. Άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με πτωχή πρόγνωση είναι η μεγάλη ηλικία, το κάπνισμα, ο αλκοολισμός, ο σακχαρώδης διαβήτης, το λέμφωμα Hodgkin, η βαριά νεφρική ανεπάρκεια, ο υποσιτισμός.

  Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις υπανάπτυκτες ή αναπτυσσόμενες χώρες, λόγω του χαμηλού βιοτικού επιπέδου και της φτώχειας, των κακών συνθηκών υγειινής, του υποσιτισμού και της έλλειψης υπηρεσιών παροχής υγείας. Η κατάσταση γίνεται πιο ανησυχητική λόγω της ανάδυσης στελεχών ανθεκτικών στα αντιφυματικά φάρμακα.  Η ανθεκτική φυματίωση αποτελεί πλέον σοβαρό πρόβλημα της δημόσιας υγείας με αυξητικές τάσεις ακόμη και στο λεγόμενο δυτικό κόσμο.

 

  Η φυματίωση συνοδεύει το ανθρώπινο γένος σχεδόν από τότε που εμφανίστηκε στη γη. Τα αντιφυματικά φάρμακα άλλαξαν ριζικά την πρόγνωση της νόσου και βράχυναν εντυπωσιακά το χρόνο νοσηλείας των ασθενών. Η εισαγωγή νέων διαγνωστικών μεθόδων καθώς και η βελτίωση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών, συνέβαλλαν στη σταδιακή άμβλυνση του προβλήματος και στη χώρα μας. Νόσος που μεταδίδεται, νόσος που προλαμβάνεται, νόσος που θεραπεύεται, νόσος πολύ καλά γνωστή και μελετημένη από κάθε άποψη, η φυματίωση όμως εξακολουθεί να υπάρχει, εξακολουθεί να σκοτώνει. Νόσος που έχει διδάξει και εξακολουθεί να διδάσκει πολλά στην ιατρική κοινότητα.